🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κουζινέτο
κουζινέτο
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
κουζινέτο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
στωϊκότητα
—
καταχραστής
—
μεραρχιακός
—
κωνοφόρος
—
σιωπητήριο
—
φαβορί
—
εφημερία
—
τρενάκι
—
μικροοργανισμός
—
καφωδείον
—
άγιασμα
—
τηλεαυτοματική
—
πλιατσικολογημένος
—
αυθάδεια
—
φαιός
—
στραγαλιάνος
—
χλωμός
—
σφυγμομετράω
—
τοκοχρεολυτικός
—
αλληλόχρεος
—
σαμποταρίστρια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω