🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θωρακίζομαι
θωρακίζομαι
вооружаться
θωρακίζομαι δι' υπομονής — вооружаться терпением
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вооружаться
? —
θωρακίζομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
θωρακίζομαι
? — вооружаться
#
(ново)греческий словарь
—
συμμάζεμα
—
κορδελλιάζω
—
αγεωμέτρητός
—
πελώριος
—
κάρπισμα
—
προσθαφαίρεση
—
ανυποψίαστος
—
γαστήρ
—
σπουδαιοφανής
—
απελευθερώνω
—
αιμωδίαση
—
οδήγημα
—
μεταβάλλω
—
σημειωμένος
—
ψευτοπαλικαράς
—
διηκριβωμένος
—
πηροδακτυλία
—
βοριάς
—
δαψιλής
—
πελάγιος
—
πεδούκλα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω