🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συλφίδα
συλφίδα
η 1)
сильфида
;
2) перен.
фея
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сильфида
? —
συλφίδα
как на
(ново)греческом
будет слово
фея
? —
συλφίδα
как с
(ново)греческого
переводится слово
συλφίδα
? — сильфида, фея
#
(ново)греческий словарь
—
ανώριμος
—
δενδρώδης
—
διασημότητα
—
διεκδίκηση
—
ντέρμπυ
—
τσιμούχα
—
ανατριχιάζω
—
χαλκοπλαστικός
—
ξεκολλημός
—
κλώση
—
περδικούλα
—
ακομψία
—
ακτινογράφος
—
περικύκλωση
—
μιάς
—
καλάϊ
—
Βουλγάρα
—
αλευράς
—
ανάφτερος
—
συνέντευξη
—
γαστήρ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω