🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονοπέταλος
μονοπέταλ|ος
бот.
спайнолепестный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
спайнолепестный
? —
μονοπέταλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονοπέταλος
? — спайнолепестный
#
(ново)греческий словарь
—
κοντολογώ
—
παραλογιά
—
αφηρημένο
—
μονότομο
—
μαγνήτιση
—
γιαγκίνι
—
ανεπίληπτα
—
σγουρός
—
γδαρμένος
—
απροφύλαχτος
—
σχεδιαγραφώ
—
καθαρτικό
—
επιλήψιμος
—
αποκάρωμα
—
μακρότερον
—
αμονάρχητος
—
ονειδίζω
—
αυτοκινητοβιομηχανία
—
εκφορτώνω
—
ανταποκριτικός
—
δασκάλαινα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω