🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φιλάδελφος
φιλάδελφ|ος
любящий своего брата
или сестру
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
любящий своего брата
? —
φιλάδελφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
φιλάδελφος
? — любящий своего брата
#
(ново)греческий словарь
—
μοιρολατρικά
—
απαρνητής
—
κοπιώ
—
αρτοθήκη
—
ξανασηκώνω
—
ενοικιαστήριο
—
αποβιταμινωμένος
—
μή μου άπτου
—
ομογενής
—
παραγεμισμένος
—
παραποίηση
—
απαπούτσωτος
—
φαρμακοτέχνης
—
στρατιωτικοποίηση
—
νικάω
—
ανείπωτος
—
θεόρατος
—
αντιπρόταση
—
κουφοβοσκάω
—
ακατατόπιστος
—
γκιόσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω