🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
νάτριο
νάτριο
το хим.
натрий
;
χλωριούχο ~ — поваренная, столовая соль
;
διττανθρακικό ~ — питьевая сода
;
τετραβορικό ~ — бура
;
καυστικό ~ — каустическая сода
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
натрий
? —
νάτριο
как с
(ново)греческого
переводится слово
νάτριο
? — натрий
#
(ново)греческий словарь
—
κνησμονή
—
κρουσταλλόπαγος
—
διαβάθρα
—
ζουρλαίνω
—
ἀναστάς
—
γεύομαι
—
βίδα
—
άμοιρος
—
μπλαστρώνω
—
υπέρηχος
—
σκορπιέμαι
—
ημιονηγός
—
σφεντάμι
—
μικρανεψιός
—
επαναγωγή
—
λουμπάγκο
—
καταμετρητικός
—
κοφτό
—
θαυματοποιία
—
ακανθόφυλλος
—
υδατώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω