🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ολομέταξος
ολομέταξ|ος
шёлковый, сделанный из натурального шёлка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шёлковый
? —
ολομέταξος
как на
(ново)греческом
будет слово
сделанный из натурального шёлка
? —
ολομέταξος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ολομέταξος
? — шёлковый, сделанный из натурального шёлка
#
(ново)греческий словарь
—
βεβαίωση
—
διχασμός
—
δράκοντας
—
αντιμαρξιστικός
—
αμβλυωπώ
—
κλασματικός
—
φυστίκι
—
απόμακρος
—
λενινιστής
—
μανδραγόρας
—
υπερύψηλος
—
επιδιαιτησία
—
τσάπουρνο
—
ευθυγράμμηση
—
αξερρίζωτος
—
ζαμενής
—
νωματάρχης
—
γαρλαύτης
—
θερμαντικότητα
—
εθελοντής
—
προχθεσινός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω