🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εναντιόμορφος
εναντιόμορφ|ος
энантиоморфный, парный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
энантиоморфный
? —
εναντιόμορφος
как на
(ново)греческом
будет слово
парный
? —
εναντιόμορφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
εναντιόμορφος
? — энантиоморфный, парный
#
(ново)греческий словарь
—
δαμίαστής
—
αναστατωμένος
—
σχηματικότητα
—
βάθρο
—
αθλητικός
—
εμβρυοτόμος
—
θεοσοφισμός
—
επιχύνω
—
οργίζομαι
—
φοβέρα
—
κρεοηώλις
—
γαιανθρακεργάτης
—
μεταγωγός
—
ασβεστόλιθος
—
βέτο
—
παραδουνάβιος
—
ανέκρωτος
—
ασύστατο
—
ηγέτιδα
—
απιστιά
—
χωρεπίσκοπος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω