🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βουνοποριά
βουνοποριά
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
βουνοποριά
? —
#
(ново)греческий словарь
—
σπλαχνούμαι
—
φωτόμετρο
—
ξενοπλένω
—
αδικαίωτος
—
κατσαρίδα
—
απονήρευτος
—
τριετής
—
ετέχθην
—
βασιλίσκος
—
κούτσα
—
υψηλό
—
μυζηθρόπιτα
—
τουρκοτέκο
—
ακυρωμένος
—
μεταφραστέος
—
θές
—
αρχοθήρας
—
δοντωτός
—
τρίχρωμος
—
βιαιότητα
—
δύσθυμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω