🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ατλαζένιος
ατλαζένι|ος
атласный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
атласный
? —
ατλαζένιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ατλαζένιος
? — атласный
#
(ново)греческий словарь
—
μεθοκόπημα
—
αυτοέλεγχος
—
πουτσίζω
—
οχύρωμα
—
χωρονομία
—
μπουρδού
—
αρραβωνίζω
—
ορμόνη
—
σιγματισμός
—
δοξολογία
—
ψηλαφιστά
—
κυλινδροπίστονο
—
πιό
—
σιταράτος
—
πολυώροφος
—
εξετρίβην
—
σωλήνας
—
χάρτινος
—
οινοπνευματοποιία
—
ακατάγραφος
—
κλασσικιστής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω