🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πνευμονογραφικός
πνευμονογραφικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πνευμονογραφικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ραιβόπους
—
αγναντέβγου
—
διηλεκτρικός
—
κέρασος
—
μαρτύρευμα
—
αυτοϋποβάλλομαι
—
αντασπάζομαι
—
αρχομανία
—
έκτο
—
υδροχλώριο
—
νανοϋλικά
—
αντινευρωτικός
—
ακριτολόγημα
—
ιδιοσύστατος
—
πίττα
—
τσέρι
—
καρδιόσχημος
—
άνθραξ
—
σκαπτικά
—
καταφέρω
—
ανακαθαίρω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω