🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ούρημα
ούρημα
το 1)
моча
;
2)
мочеиспускание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
моча
? —
ούρημα
как на
(ново)греческом
будет слово
мочеиспускание
? —
ούρημα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ούρημα
? — моча, мочеиспускание
#
(ново)греческий словарь
—
κατακάθημαι
—
πάνω
—
αστρόφεγγο
—
ξηράνθεμον
—
απαρενόχλητος
—
διαχωρίζομαι
—
λεμονάνθι
—
κακόδεχτος
—
αψυχοπόνια
—
συντροφικάτα
—
γεραρός
—
πολυμορφικά
—
στάξιμο
—
επανάσταση
—
κάλτσα
—
χαλκοχοχική
—
βυθιστικός
—
υδροχρωμάτισμα
—
νταβανοσάνιδο
—
μάζα
—
ανακατανέμω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω