🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κοινολογημένος
κοινολογημένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοινολογημένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εντόπιση
—
βαμβακουργία
—
καταφυτεμένος
—
οικοκυρικός
—
ζεφύρι
—
παρεμβατικός
—
αναγκιρός
—
μοτός
—
ψηφιδογραφία
—
μαρμαροκονία
—
φροκάλι
—
ένζυμος
—
τραβέλι
—
φόρμουλα
—
στιλπνότητα
—
μονόπραχτος
—
απόκομμα
—
εισπρακτόρισσα
—
διαλύσιμος
—
χρονοδιάγραμμα
—
σχολάω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω