🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλεκτρυονικός
αλεκτρυονικός
петушиный, относящийся к петуху
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
петушиный
? —
αλεκτρυονικός
как на
(ново)греческом
будет слово
относящийся к петуху
? —
αλεκτρυονικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλεκτρυονικός
? — петушиный, относящийся к петуху
#
(ново)греческий словарь
—
στόκος
—
χαλύβδινος
—
αποδελτιώνω
—
λέκ
—
σκότος
—
σοβάντισμα
—
παχυδερμία
—
αποχτηνώνω
—
ζέσταμα
—
άτιμος
—
ανησυχητικός
—
σεισμομετρία
—
ενσταυλισμός
—
διαμαντένιος
—
χιονοστεφής
—
νισεστές
—
μωρουδάκι
—
αμφίβιος
—
εννεακοσιοστός
—
σπολάδα
—
βρομιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω