🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ήπαρ
ήπαρ
(-ατός) τό
печень
;
===
μού κόπηκαν τά ήπατα — [phrase]у меня поджилки затряслись, душа в пятки ушла[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
печень
? —
ήπαρ
как с
(ново)греческого
переводится слово
ήπαρ
? — печень
#
(ново)греческий словарь
—
γελοιότητα
—
μαστέλλο
—
προγονολάτρης
—
κριθάλευρο
—
τσουρουφλίζω
—
προκάλυμμα
—
αποφόρι
—
αμφικλινής
—
κουρκούτι
—
παρώνυμος
—
μετάγγιση
—
χασμουρούμαι
—
σαλατιέρα
—
αποκωλύω
—
πρωτοποριακότητα
—
βρακίας
—
καθυποτάσσω
—
ψαρομανάβης
—
ασβέστωση
—
διττογραφία
—
ξεθεμελιώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω