🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλατένιος
αλατένι|ος
1)
солёный
;
2)
соляной
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
солёный
? —
αλατένιος
как на
(ново)греческом
будет слово
соляной
? —
αλατένιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλατένιος
? — солёный, соляной
#
(ново)греческий словарь
—
άναυλα
—
τριώνυμο
—
καλαμένιος
—
υπεροξείδιο
—
εξαερίζω
—
αποστειρώνω
—
γούρι
—
θηρεύτρια
—
μεταφορικό
—
οροφή
—
κροκωτός
—
δαιμονίζομαι
—
ενηλικιότητα
—
επίπαστος
—
παρατροπίδιο
—
εργοτίνη
—
βιομηχανικός
—
παιδί
—
παλαιός
—
απανωδιαστός
—
αρριβίστας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω