🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μπαρμπέρισμα
μπαρμπέρισμα
το
стрижка; бритьё
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стрижка
? —
μπαρμπέρισμα
как на
(ново)греческом
будет слово
бритьё
? —
μπαρμπέρισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπαρμπέρισμα
? — стрижка, бритьё
#
(ново)греческий словарь
—
ακάπνιστος
—
λήγουσα
—
αληθομανής
—
αποφλοίωση
—
προαναφερόμενος
—
βαρβαρίζω
—
ξόρκισμα
—
πιανίστα
—
περίθαλψη
—
απογοητευτικός
—
ακατάβλητος
—
καντήλα
—
ορτσάρω
—
γουρουνάκι
—
απομεσήμερο
—
σπληνεκτομή
—
στηλιτευτής
—
περικλεής
—
περιπαικτικός
—
ενί
—
ξεμπράτσωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω