🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ξετρελαίνομαι
ξετρελαίνομαι
сходить с ума; быть без ума
;
είναι ξετρελλαμένος μέ τό θέατρο — [phrase]он помешан на театре[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сходить с ума
? —
ξετρελαίνομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
быть без ума
? —
ξετρελαίνομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξετρελαίνομαι
? — сходить с ума, быть без ума
#
(ново)греческий словарь
—
θεσιθηρώ
—
μαγνητεγερτικός
—
πάλι
—
εικονολάτρισσα
—
παραμάγειρος
—
κηπουρικά
—
γλυκόηχος
—
τεϊοθήκη
—
μπαμπακόλαδο
—
σπειροχαίτη
—
ασχημάτιστος
—
λευκαντήριο
—
χοχλάζω
—
ζουλεύω
—
ανταπόδειξη
—
διαφημίστρια
—
διαφημιστικός
—
ψυχρότητα
—
ανομνιάζω
—
ασκάριστος
—
σκούφια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω