🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καταιγισμός
καταιγισμός
ο прям., перен.
шквал
;
~ πυρός — шквал огня
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шквал
? —
καταιγισμός
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταιγισμός
? — шквал
#
(ново)греческий словарь
—
έπαθα
—
τραβηξιά
—
τρισάξιος
—
ισοδυναμία
—
διαμαγνητικότητα
—
ξεπαστρεύω
—
βρογχοσκόπησις
—
ειλικρινά
—
σκυλόψαρο
—
σφακελισμός
—
πιάσιμο
—
σχοινιοειδής
—
άθυρμα
—
άλευρον
—
πόλη
—
γιγγλυμός
—
γιούργια
—
τούμπα
—
αφωτογραφιστός
—
νταγιάντισμα
—
ώμορφος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω