🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πανοραματικός
πανοραματικός
панорамный
;
~ατική θέα — вид, панорама
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
панорамный
? —
πανοραματικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
πανοραματικός
? — панорамный
#
(ново)греческий словарь
—
αλημέριαστος
—
δαιμονολόγος
—
συναγωνισμός
—
βροντερός
—
εσωκλείω
—
Μελισσάνθη
—
υδροφορείο
—
νέγρος
—
υποθηκοφύλακας
—
εγχειρησούλα
—
ανατίναξη
—
μούσκλι
—
πενταπλασιάζω
—
συμπαραλαμβάνω
—
ακόμα
—
οπισθόβουλος
—
ακριβοπληρώνω
—
σόλα
—
φτερνοχτυπώ
—
ληστοκρατούμαι
—
αδειπνος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω