🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τσάρεβιτς
τσάρεβιτς
ο
царевич
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
царевич
? —
τσάρεβιτς
как с
(ново)греческого
переводится слово
τσάρεβιτς
? — царевич
#
(ново)греческий словарь
—
ανάρπαστος
—
αναψυκτήριο
—
δυϊκός
—
ψί
—
αντιφλεγμονώδης
—
διψομανής
—
εισροή
—
εκκοπή
—
άμοιαστος
—
αρώτηγος
—
ανοίγομαι
—
ξεκουμπίδια
—
διανόηση
—
φκιασίδι
—
λίγο
—
ζακτό
—
πηδαλιούχηση
—
βλήμα
—
περίγυρος
—
μικροκαμωμένος
—
δίπτυχος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω