🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
προϊδεάζω
προϊδεάζω
подготовить (__кого-л.__) к мысли
(о чём-л.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
подготовить к мысли
? —
προϊδεάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
προϊδεάζω
? — подготовить к мысли
#
(ново)греческий словарь
—
αντίκλα
—
φυλλάριο
—
κουράζομαι
—
καταγώγιο
—
γέμωσμα
—
άβουλα
—
νερουλιασμένος
—
απυρεξία
—
ανεξαρτητοποιούμαι
—
ιστοριογραφία
—
σμιχτοφρύδης
—
στολοδρομία
—
Βιρμανή
—
φυσιγγοδόχη
—
έμφροντις
—
λευίτης
—
διπλοκαθίζω
—
ξεπασσάλωμα
—
δηκτήρ
—
ζαμπούνιασμα
—
λιόλουτρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω