🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θεοκρατικός
θεοκρατικός
теократический
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
теократический
? —
θεοκρατικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
θεοκρατικός
? — теократический
#
(ново)греческий словарь
—
ανενθουσίαστος
—
ανθοφόρος
—
φοβισμένος
—
παραχαραγμένος
—
θαλασσομαχητό
—
μπαίν-μίξτ
—
πυξίδα
—
κορτάκιας
—
άλοφος
—
διαπληκτισμός
—
αυτοδηλητηριάζομαι
—
κληρικισμός
—
λείχω
—
υδρολαίλαψ
—
τσαμπουκαλού
—
Οβριά
—
διακονώ
—
γλειψιά
—
καλογερόπαιδο
—
συνδιδακτικός
—
καλολογικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω