🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ορδινάντσα
ορδινάντσα
η
ординарец
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ординарец
? —
ορδινάντσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
ορδινάντσα
? — ординарец
#
(ново)греческий словарь
—
πανομοιότυπο
—
μόλεμα
—
ελεφαντομάχος
—
αποπαίδι
—
αλληλεπίκουρος
—
έλαση
—
αστρίφωτος
—
υπεραυξάνω
—
υπομισθώνω
—
μπριγκέττα
—
χουλιαριά
—
ζυθοπωλείο
—
σεγγούνι
—
γλυκολαλώ
—
αβέρτος
—
βαθέως
—
ανακρίνω
—
κλημακοειδής
—
ανεκτίμητος
—
εδεπά
—
υδρασκός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω