🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναφαίρετος
αναφαίρετ|ος
неотъемлемый
;
~α δικαιώματα — неотъемлемые права
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
неотъемлемый
? —
αναφαίρετος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναφαίρετος
? — неотъемлемый
#
(ново)греческий словарь
—
παρέαση
—
πανάρχαιος
—
θωρακοπλαστική
—
παγοδρομώ
—
σαβούρρωμα
—
ξυλώδης
—
επίκτισμα
—
διακόφτό
—
ξελάσπωμα
—
κατάκαυση
—
πεντηκονταετηρίδα
—
ακαθύβριστος
—
ξαντήριο
—
δαγκώνομαι
—
κοχλάδι
—
υπεραγαπώ
—
ηλιόλουστος
—
πωρί
—
ραδικί
—
φοροδιαφυγή
—
συμπαθητικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω