🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θωρακοπλαστική
θωρακοπλαστική
ο мед.
торакопластика
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
торакопластика
? —
θωρακοπλαστική
как с
(ново)греческого
переводится слово
θωρακοπλαστική
? — торакопластика
#
(ново)греческий словарь
—
ξάσμα
—
αλητόπαις
—
κτηνιατρική
—
βρίκιον
—
αεροβατώ
—
αστερόφωτο
—
δαυλιό
—
επίρρευμα
—
απόζευξη
—
πείραμα
—
βρωμιούχος
—
διερράγην
—
φιαλίδιο
—
ευρύγναθος
—
δυσπρόσιτος
—
αξιοκατηγόρητος
—
ακοστάρισμα
—
κατακρημνίζω
—
βοτάνισμα
—
στερεό
—
γαλουχώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω