🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δεκατριπλάσιος
δεκατριπλάσι|ος
тринадцатикратный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тринадцатикратный
? —
δεκατριπλάσιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
δεκατριπλάσιος
? — тринадцатикратный
#
(ново)греческий словарь
—
πολυβολισμός
—
στηλιτευτής
—
πλάσσω
—
ελάσσων
—
ιεραρχία
—
δημοτικισμός
—
υπηκοότητα
—
κυκλαμιά
—
μεταφυτευτός
—
σπληναλγία
—
οίστρος
—
αναβρύω
—
μαρτύρικο
—
πλαγιασμένος
—
ξυλοπυρίτιδα
—
ξελαγαρίζω
—
βιβλιολογικός
—
αγαλματίτης
—
τμηματικώς
—
αμυγδαλόπιττα
—
ορθοστασία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω