🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκλειπτικός
εκλειπτικός
эклиптический
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
эклиптический
? —
εκλειπτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκλειπτικός
? — эклиптический
#
(ново)греческий словарь
—
αρζαντό
—
καπηλείον
—
νεότερα
—
κακογραμμένος
—
υπερκερατίαση
—
φυσικοπυρηνικός
—
εγγλεζοπούλα
—
εδανά
—
δασμολόγηση
—
αλπακάς
—
ξεκαβαλλίκευμα
—
παραγγέλνω
—
τεφρό-
—
κομιστής
—
θερμίδα
—
σμαραγδοειδής
—
ταγγός
—
αποκιώνω
—
μεικτός
—
εμβάλλω
—
ενωμοτάρχης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω