🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγγιστρεύω
αγγιστρεύω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγγιστρεύω
? —
#
(ново)греческий словарь
—
διαπότιση
—
αρρωστάω
—
δρύ
—
αντίζερβα
—
ανάρρηχος
—
καθεστωτικός
—
απεσταγμένος
—
χόρτος
—
κακοβάζω
—
καταρίθμηση
—
φωνή
—
κατεπείγων
—
νιχιλιστής
—
μηχανεύομαι
—
μυαλωμένος
—
πεπλεγμένος
—
διασαλευτής
—
κιλλίβας
—
άσυλο
—
φουμισμένος
—
θνησιγενής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω