🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σαρκοφαγία
σαρκοφαγία
η
плотоядность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
плотоядность
? —
σαρκοφαγία
как с
(ново)греческого
переводится слово
σαρκοφαγία
? — плотоядность
#
(ново)греческий словарь
—
καθιστικός
—
λογικά
—
γκαβώνω
—
εμβρυοθλασία
—
στοίβα
—
φυτολογικός
—
πούλι
—
αλλά
—
ανταποκρινόμενος
—
μαγιώνω
—
μουσουλμανικός
—
αλοιφόπιττα
—
αλπινισμός
—
ριζοσπαστισμός
—
αλαζόνας
—
ανεμική
—
ιστίο
—
βλάστημα
—
φαρδύνω
—
ανταπεργώ
—
αρμαθιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω