🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ψωμάδικο
ψωμάδικο
το
булочная; пекарня
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
булочная
? —
ψωμάδικο
как на
(ново)греческом
будет слово
пекарня
? —
ψωμάδικο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ψωμάδικο
? — булочная, пекарня
#
(ново)греческий словарь
—
φαρδύνω
—
χαρεμλίκι
—
βυθοσκόπηση
—
μελισσοκομία
—
βρύω
—
νυφικός
—
πνεματικός
—
ερεθιστικότητα
—
κότα
—
συναισθητικός
—
μεζεκλού
—
γεώλοφος
—
υγειονομικός
—
εμποράκος
—
μπατικός
—
Επτάνησα
—
επίκληση
—
καλικατζού
—
καμουτσικίζω
—
αρθρογράφημα
—
γέρακας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω