🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κτείνω
κτείνω
(αόρ. έκτεινα)
убивать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
убивать
? —
κτείνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
κτείνω
? — убивать
#
(ново)греческий словарь
—
ακήδευτος
—
μπούτι
—
περιπλέκω
—
σωστικός
—
πισωκώλωμα
—
λαλητά
—
γυψωρυχείο
—
αντικτύπημα
—
ξελουρίζω
—
μετάνοιωμα
—
αμπολή
—
διασώστρια
—
έφαλσις
—
θρησκόληπτος
—
αραιόσαρκος
—
κατάργηση
—
νεοφυτικός
—
φροντίζω
—
απόλιγα
—
κλείστρο
—
χωρογραφικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω