🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μπανιαρίζω
μπανιαρίζω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
μπανιαρίζω
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αμάζευτος
—
πληγώνω
—
νέθω
—
έσχατος
—
αμασκάρωτος
—
ολοστόλιστος
—
βιογραφνκός
—
ακάματα
—
ανελπισιά
—
σπαζοκεφαλιά
—
ανταπαίτηση
—
αραιόμετρο
—
κροκός
—
ξεγέννημα
—
πολυανδρικός
—
φθισιώ
—
βιοδιασπώμενος
—
ισοψηφώ
—
Αγαθόβουλος
—
ιππέας
—
άγευστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω