🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επιτρόπευση
επιτρόπευση
η
опека; опекунство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
опека
? —
επιτρόπευση
как на
(ново)греческом
будет слово
опекунство
? —
επιτρόπευση
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιτρόπευση
? — опека, опекунство
#
(ново)греческий словарь
—
εξωτερικό
—
αναγωγικός
—
δυσμετάπειστος
—
αρνί
—
καρτερόψυχος
—
επιλήσμον
—
αργούτσικος
—
υλοποιώ
—
πιανίστα
—
ανωφερής
—
ασφάλεια
—
λαδερό
—
εκσκάπτω
—
επιστόμωσις
—
αστυΐατρος
—
παπυρολόγος
—
θεόρατος
—
εκουσίως
—
μέθεξη
—
συμβολαιογραφικά
—
τσουτσούνι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω