🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ένσπερμος
ένσπερμ|ος
бот.
семенниковый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
семенниковый
? —
ένσπερμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ένσπερμος
? — семенниковый
#
(ново)греческий словарь
—
ανωκάτω
—
ζεύγος
—
ανεύλαβος
—
κλοτσηδόν
—
πετάω
—
ματώνω
—
ανάτριψη
—
δρυοφλοιός
—
φιλοπονία
—
κόχλασμα
—
υλοτομία
—
Βιρμανή
—
μυρίκη
—
ορεογραφία
—
υποφορά
—
νανοεπιστήμη
—
γερανογέφυρα
—
ερεικώδης
—
δικαιολογιέμαι
—
απανθράκωση
—
λεγένι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω