🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
Αιθίοψ
Αιθίοψ
(-οπός) ο
эфиоп
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
эфиоп
? —
Αιθίοψ
как с
(ново)греческого
переводится слово
Αιθίοψ
? — эфиоп
#
(ново)греческий словарь
—
γιορτολόγιο
—
στρογγυλόμορφος
—
μπέϊκος
—
αγριωσύνη
—
εισορμίζομαι
—
μαγνητικός
—
διασκεδαστικά
—
αγυάλιγος
—
εξηγήσιμος
—
κρεμέζο
—
διατέμνω
—
αλλαντίοσις
—
ψηλός
—
καλοζυγιάζω
—
βραστό
—
βλεννορροϊκός
—
θεωρείο
—
ζερδαβάς
—
μεταρσιώνω
—
αρβυλοποιείο
—
εσκεμμένως
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω