🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δουκάτο
δουκάτο
το 1)
герцогство
;
2)
дукат
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
герцогство
? —
δουκάτο
как на
(ново)греческом
будет слово
дукат
? —
δουκάτο
как с
(ново)греческого
переводится слово
δουκάτο
? — герцогство, дукат
#
(ново)греческий словарь
—
πωγωνοφόρος
—
ρίψασπις
—
μεταξοϋφαντουργία
—
πρωτοπαθής
—
ζευγαρωτός
—
άριστος
—
συγκινώ
—
μίζα
—
δεκάζω
—
Γιουγκοσλάβα
—
ακατάσχετο
—
ζημιωτής
—
επίσχεστρον
—
συναδελφότης
—
ανεμοδέρνω
—
χρυσοκουρούνα
—
νταβούλι
—
ξεμυάλισμα
—
υποθηκοφυλακείο
—
αφέθην
—
γύμνωση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω