🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διάττων
διάττων
(-οντος) 1)
стремительно падающий
;
~ αστήρ — падающая звезда
;
2) мед. :
~οντες πόνοι — острые внезапные боли
;
===
ενεφανίσθη (или ελαμψεν) ως ~ — [phrase]он сверкнул как метеор[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стремительно падающий
? —
διάττων
как с
(ново)греческого
переводится слово
διάττων
? — стремительно падающий
#
(ново)греческий словарь
—
κοιτίδα
—
υποβάτης
—
λεμόνι
—
περιπνευμονία
—
ευνομούμαι
—
πιθυμιά
—
απόρρητο
—
σπέρματοδόχος
—
εκτόδερμα
—
ταπεινοφροσύνη
—
πατρωνάρισμα
—
καρρότσα
—
αγιορείτης
—
γναφέας
—
κυκλοφορώ
—
εμφράττω
—
απερήμωση
—
πολωνέζ
—
ευσώματος
—
σκατόξυλο
—
αφιερούμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω