🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αρεσιά
αρεσιά
η :
τής ~άς μου (του) — в моём (его) вкусе, по моему (по его) вкусу, то что мне (ему) нравится
;
αγοράζω παλτό τής ~άς μου — покупать пальто на свой вкус
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρεσιά
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εννεακοσιοστός
—
Ευχαριστία
—
ζεμάτισμα
—
κάμωμα
—
βανανέα
—
ανεπαίσθητος
—
ενήγαγα
—
θείωση
—
μαγνητοχημεία
—
ταπέτο
—
ομοφωνία
—
λεπτοτέχνημα
—
φολακραίνω
—
εκβολή
—
ασχολίαστος
—
χαρισάμενη
—
απόκερο
—
ανάγελο
—
ανατίναγμα
—
πηλοφόρι
—
ζηλιαρόγατος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω