🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σκούξιμο
σκούξιμο
το
крик; вопль; визг
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
крик
? —
σκούξιμο
как на
(ново)греческом
будет слово
вопль
? —
σκούξιμο
как на
(ново)греческом
будет слово
визг
? —
σκούξιμο
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκούξιμο
? — крик, вопль, визг
#
(ново)греческий словарь
—
κρουσιφλεγής
—
τακτικά
—
κοκκάλιασμα
—
αδαμαντοθήρας
—
καλαθόσφαιρα
—
μεσομύιος
—
πόλις
—
εβραιοπούλα
—
ακόμπιαστος
—
μικρούτσικος
—
τρισχίλιοι
—
ευδόκιμος
—
αραμάθα
—
αδιάφευκτος
—
τραυματιοφορεας
—
γάστρωμα
—
ανταπεργία
—
ευσυνείδητος
—
καλοπιστία
—
φυλετικότητα
—
λαδάδικο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω