🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
περικαυλίς
περικαυλίς
η
презерватив
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
презерватив
? —
περικαυλίς
как с
(ново)греческого
переводится слово
περικαυλίς
? — презерватив
#
(ново)греческий словарь
—
ασυνομολόγητος
—
σαραντάρισσα
—
περαστικός
—
ιεροτελεστία
—
διαπόντιος
—
επτάπυλος
—
θηριοτρόφος
—
ανελεύθερος
—
ανάχρεμχμη
—
μυστικοσύμβουλος
—
φρυγμός
—
αρτήρας
—
τριγαμία
—
υποστηριχτής
—
αποτελούμαι
—
συμμαχία
—
οικτιρμόνως
—
ακραιφνής
—
αεροπέδη
—
διμοιρία
—
μουσκεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω