🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εθελοτυφλία
εθελοτυφλία
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εθελοτυφλία
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ψιθυρισμός
—
διακόσμηση
—
καβαλικεύω
—
ανταλλακτικά
—
πιθάρι
—
λείμμα
—
κολίβριο
—
αυστηρότητα
—
εντομοαπωθητικός
—
προσωποκρατώ
—
βρόχιση
—
άλμη
—
κήδομαι
—
νεογνολογία
—
χλωραιθύλιον
—
εκατοχρονίτης
—
άστειφτος
—
αγγουράκι
—
γεραματιάζω
—
δισκάκι
—
διαιρετό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω