🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πετρελαιοφόρο
πετρελαιοφόρο
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πετρελαιοφόρο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αναξιοπαθώ
—
αναξιόλογος
—
εφτάδυμος
—
επαναδίπλωση
—
ακορνιζάριστος
—
αυτοκατασικασμένος
—
λόγιασμα
—
εκσπλάγχνιση
—
ξανάβω
—
τέταρτο
—
στρουθίον
—
εγκοιλαίνω
—
χελιδόνιον
—
γκριζάρω
—
εκβαίνω
—
αργυραμοιβείο
—
φραγκόκοττα
—
βαράκι
—
αγγαρικά
—
προφύσιον
—
θειωτήρ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω