🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θεοφοβούμενος
θεοφοβούμεν|ος
богобоязненный, богомольный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
богобоязненный
? —
θεοφοβούμενος
как на
(ново)греческом
будет слово
богомольный
? —
θεοφοβούμενος
как с
(ново)греческого
переводится слово
θεοφοβούμενος
? — богобоязненный, богомольный
#
(ново)греческий словарь
—
γαγκάβα
—
όνειρο
—
ατμήλατος
—
αγιούτο
—
τρισδιάστατος
—
δαμιζάνα
—
κραμπολάχανο
—
ωνιομανία
—
αμάτιστος
—
βουρκοτόπι
—
ψυχοσύνθεση
—
βραστήρας
—
συνταξιοδοτικός
—
χτυποβροντάω
—
κουφοβοσκάω
—
ψαροχώρι
—
έμπηγμα
—
δαπάνη
—
ευμένεια
—
ξεκούμπισμα
—
απόπατος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω