🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φαραώ
φαραώ
ο ист.
фараон
;
===
φόρεμα ~ — пёстрое платье
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фараон
? —
φαραώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
φαραώ
? — фараон
#
(ново)греческий словарь
—
πεντατομικός
—
υπέρθυρο
—
εβονίτης
—
αγόρευση
—
μικροτεχνική
—
ενδόζωα
—
συγκεκριμενοποίηση
—
παρασκευαστικός
—
ανοπτώ
—
εθελοντικός
—
κρέξ
—
διαθρύπτω
—
πείρος
—
ζαβράκι
—
—
αιτιολογικός
—
αυστριακός
—
μικροκλέπτρια
—
στυλογράφος
—
κυλινδρικός
—
αποδύομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω