🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κοιτωνίσκος
κοιτωνίσκ|ος
ο 1)
маленькая спальня
;
2)
каюта
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
маленькая спальня
? —
κοιτωνίσκος
как на
(ново)греческом
будет слово
каюта
? —
κοιτωνίσκος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κοιτωνίσκος
? — маленькая спальня, каюта
#
(ново)греческий словарь
—
κλεψιμαίκος
—
ζαρωματιά
—
κυμαινόμενος
—
υπερπροστατευτικότητα
—
πρεσβύτερος
—
ανακάθημαι
—
σεβνταλής
—
ιδρωτοποιός
—
έχθρητα
—
μαστοπάθεια
—
χρησιμεύω
—
φρονηματίζω
—
αλεξανδρινός
—
αγγέλλω
—
κόμησσα
—
ιμαντοκίνητος
—
τυροκομείο
—
φαγουρίζω
—
κουρσάρος
—
διωθώ
—
καπνοσυλλέκτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω