🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παρωπλισμένος
παρωπλισμέν|ος
мор.
разоружённый, расснащённый
(о корабле)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
разоружённый
? —
παρωπλισμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
расснащённый
? —
παρωπλισμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
παρωπλισμένος
? — разоружённый, расснащённый
#
(ново)греческий словарь
—
σβουριχτός
—
σχοινιοειδής
—
συνεργεία
—
ξετιμητής
—
πανηγυρτζής
—
οικοτροφείο
—
ευκολόπιστος
—
επιστεφανώνω
—
αδικοκρατία
—
ψιαθοπλόκος
—
αδηφαγία
—
φωτομικρογραφία
—
συγύρι
—
συντρώγω
—
ασύμβλητος
—
αποξηραίνομαι
—
συμπεριληπτικός
—
ανατοποθέτηση
—
κυρτότητα
—
ένστιχτο
—
παρακεκινδυνευμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω