🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαστάλαξη
διαστάλαξη
(-εως) η уст. 1)
процеживание
;
2)
выливание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
процеживание
? —
διαστάλαξη
как на
(ново)греческом
будет слово
выливание
? —
διαστάλαξη
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαστάλαξη
? — процеживание, выливание
#
(ново)греческий словарь
—
θωρακισμένος
—
μεσσιανικός
—
τσιμπούσι
—
επαναστάτισσα
—
καρδιοτοκογράφος
—
υπερβάλλων
—
θερινός
—
ολύμπιος
—
ξετέντωμα
—
λαδομπογιάτισμα
—
ημιδιαφάνεια
—
γαλβανοτεχνική
—
βομβητής
—
ανθώδης
—
επανάληψη
—
ασπρίλα
—
φυσιολάτρης
—
πατριαρχικός
—
παραμέσα
—
υπερπλασία
—
υποχωρώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω