🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οψικευόμενος
οψικευόμενος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
οψικευόμενος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πανηγυρικά
—
αποπτιλώνω
—
υποσελίδιος
—
παντοκράτωρ
—
ναρκισσιστικός
—
προστυχούλης
—
βούτηγμα
—
ρινίζω
—
λάμας
—
πυριτόλιθος
—
μποϋκοτάρω
—
διοχέτευση
—
προφυλακτικό
—
δυσκολοπίστευτος
—
μηχανοπέδη
—
προνοητικός
—
ολλανδικός
—
ένδηλος
—
ημέρευμα
—
τσιουκανίζω
—
ξάναμμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω