🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επανασπείρω
επανασπείρω
пересевать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пересевать
? —
επανασπείρω
как с
(ново)греческого
переводится слово
επανασπείρω
? — пересевать
#
(ново)греческий словарь
—
αφιλοτίμητος
—
λιπουρία
—
δουλέμπορος
—
Αγγλικανός
—
αμείβω
—
θαμπώνομαι
—
ερασιτεχνία
—
εκρηκτικότητα
—
στυλίτης
—
τριπόδι
—
ίκτερος
—
διάκι
—
ηχοεντοπιστής
—
ιστιοδρομικός
—
τριλογία
—
αποτυχία
—
δοκογέφυρα
—
γέμιστρο
—
ελλιμενισμένος
—
φαναρτζής
—
αναχάραξη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω